728x90

Το αστείο


Στον μισοσκότεινο και στενό καφενέ του μπαρμπα-Δημήτρη, όλο πολιτισμένο κουβεντολόι, ξερό βήξιμο και σέρτικο τσιγάρο, οι παρέες έπιναν το μπρούσκο κρασί του ιδιοκτήτη και μεθούσαν. Αν κι από πολύ νωρίς έπιασαν τη θέση τους στα τραπέζια δεν έλεγαν να το κουνήσουν ρούπι απ’ εκεί για τα σπίτια τους, παρότι γνώριζαν ότι τόσες ώρες είχε που ο ήλιος έγειρε και βασίλεψε στα βουνά, κι εκείνο το έρμο κι αραχνιασμένο κουρδιστό ρολόι στον καπνισμένο τοίχο του μαγαζιού το έβλεπαν να δείχνει πως ήταν περασμένα της δέκα. 
Η καλή παρέα βλέπεις!
Μερικές φορές μάλιστα με τις φάρσες και τα πειράγματα, τα αίματα κι οι φωνές στις παρέες άναβαν μέχρι σε τέτοιο σημείο που ανάγκαζαν τον καφετζή να τρέχει κοντά τους για να τις ηρεμήσει. Για πολύ λίγο όμως. Μόλις έφευγε και τα ποτήρια κατέβαιναν απ’ το τσούγκρισμα, όλο γλύκες και χαμόγελα, οι τόνοι ανέβαιναν και πάλι. Κι αυτό γιατί κάποιος, μέσα στη ζάλη του καπνού και της ευφρόσυνης σούρας του, νόμιζε ότι ο άλλος με διάφορα υπονοούμενα προσπαθούσε να τον κοροϊδέψει και να γελάσει μαζί του. Κι ο κάπελας άντε ξανά απ’ την αρχή το ίδιο δρομολόγιο για συμφιλίωση κι ανακωχή. Μέχρι που κάποτε κι αυτός, λίγο κουρασμένος κι εξουθενωμένος, βαρέθηκε το πήγαινε-έλα και τακτοποιούσε πλέον τα ζητήματα όρθιος απ’ τον ξύλινο μπάγκο του. 
Τί να πεις κι εδώ. Μεθυσμένα πράγματα!
Κόντευαν τα μεσάνυχτα κι έξω το κρύο πάγωνε κάθε ζωντανή ψυχή. Μιλάμε για Φλεβάρη μήνα με τον χειμώνα να είναι στα φόρτε του. Μαζί με το κρύο έλυσε κι ο αέρας τα πουγκιά του κι άρχισε να φυσάει παγερός απ’ άκρη σ’ άκρη στο χωριό, πάνω στις στέγες, στους δρόμους και στα γέρικα πλατάνια της θαμπής πλατείας. Καρατζοβίτης τρελός απ’ τη φύση του και περίφημος παλαβιάρης σήκωνε και σύννεφα από σκόνες, όπως και μάτσα από σάπια ξερόφυλλα και τα πετούσε όπου έβρισκε, μέσα σε ξέφωτους χώρους κι ισιάδια, στις έρημες γωνιές των σπιτιών και στις θεοσκότεινες αυλές τους.
Στο πέρασμά του, βέβαια, δεν ξεχνούσε να βολτάρει κι απ’ τα παράθυρα των σπιτιών του χωριού. Έτριζε τις ξύλινες κάσσες τους κι ύστερα με τα δυνατά του φυσήματα έκανε να σφυρίζουν και τα τζάμια τους, κι όλη τη νύχτα να λένε εκείνα τα μονότονα και μελαγχολικά τραγούδια τους. Ίσως, όμως και για κάποιους τυχερούς, που αυτήν την ώρα κοιμούνται κι ονειρεύονται μέσα στα ζεστά τους παπλώματα, να ήταν και νότες ευχάριστες όλο αγαλλίαση και τέρψη. 
Τα ίδια έκανε ο θεότρελος κι εδώ στον καφενέ. Πέρασε σαν το θεριό κι απ’ εδώ, κι απ’ τα θεόστραβα παραθύρια του μπήκε μέσα στο μαγαζί. Κούνησε πέρα-δώθε το λουξ που κρεμόταν απ’ το ταβάνι, κι απ’ τον τοίχο έριξε στο πάτωμα μερικές απ’ τις κορνίζες και τις διαφημιστικές φιγούρες που το διακοσμούσαν. Μαζί, γκρέμισε και τον μαύρο πίνακα που με την κιμωλία έγραφε τις τιμές όλων των προϊόντων που πουλούσε το μαγαζί. Ακόμα, με μεγάλη μαεστρία, έσπρωξε κι άνοιξε στα μισά και την πόρτα του καταστήματος και ψυχρός κι αναγεννημένος πήρε και καθάρισε λίγο το μυαλό των θαμώνων του, που συνέχιζαν να κατεβάζουν ξεροσφύρι τις κανάτες με το κρασί και να στρίβουν αμήχανα τα τσιγάρα τους, το ένα πάνω στ’ άλλο, τη μια φορά μαλωμένοι και την άλλη μονιασμένοι, όπως ακριβώς κάνουν τα παιδιά μέσα στην αίθουσα του νηπιαγωγείου! 
-Σιγά, είπε σε μια στιγμή ο Δημητρός στον φίλο του τον Σπασάκο, που καθόταν μαζί μ’ άλλους στην παρέα κι όλη την ώρα τους έπρηζε το κεφάλι με το κατόρθωμά του στα βουνά της Αλβανίας, όταν ήταν εκεί φαντάρος και πολεμούσε μόλις είκοσι χρονών. Σιγά, του επανέλαβε, που εκείνο το βράδυ εσύ βγήκες απ’ τ’ αμπριά και πέταξες μια χειροβομβίδα στους Ιταλούς ενώ αυτοί σας πλησίαζαν για να σας κάψουν. Εσύ βρε, του είπε περιπαιχτικά, φοβάσαι μόνος σου να πας το βράδυ στη «χρεία» και κρατιέσαι να πας το πρωί με τον ήλιο και στη μάχη θα ξεμυτούσες απ’ την κρυψώνα σου για να σώσεις τους συναδέρφους σου; Εγώ δε σε πιστεύω! Δεν ξέρω τι κάνουν οι άλλοι…
-Κι όμως, αναπήδησε σαν μαινόμενος ταύρος στην καρέκλα του ο Σπασάκος. Το έκανα φίλε μου και μάλιστα πήρα το μπράβο απ’ τον επιλοχία μου. Κι αν δε με πιστεύεις αύριο Πέμπτη, που έχει παζάρι στην Αριδαία, ρώτησε τον Κασσά που φτιάχνει κάρα στην αγορά. Μαζί ήμασταν εκείνο το βράδυ και μέσα στ’ ανάχωμα ακούγαμε τον ασύρματο στ’ αυτιά μας.
-Ήρεμα ρε παιδιά, μη μαλώνετε, είπε ο άλλος της παρέας, ο Ντάφλες. Δεν κάνει να τρώγεστε χωριανοί πράμα και γείτονες. Μπορεί να είναι κι έτσι τα γεγονότα όπως τα λέει ο Σπασάκος. Ύστερα, όμως, για να σπάσει πλάκα με τις αντιδράσεις του, προτού κατεβάσει μονομιάς ένα ποτήρι με το περιεχόμενό του, σκύβει και του λέει ψιθυριστά στ’ αυτί.
- Ε, λέμε πού και πού κανένα ψεματάκι όταν χρειάζεται! 
Αυτό ήταν που δεν ήθελα ν’ ακούσει ο Σπασάκος. Σηκώθηκε πάνω κι αγανακτισμένος έπιασε τον Ντάφλε απ’ τον γιακά. Δεν πρόλαβε, όμως, να του σφίξει τον λαιμό γιατί του έπιασαν τα χέρια ο Μήτσες που καθόταν κοντά του κι ο Ρήστες απ’ τον πάνω τον μαχαλά με τους ντόπιους κατοίκους. Έτσι, τα πράγματα και πάλι ηρέμησαν με τον καφετζή να κερνάει γελαστός την παρέα και να φωνάζει «ειρήνη…» κι «αμάν». Το «υμίν» ο άνθρωπος δεν το ήξερε!
Τον Σπασάκο, όμως, μ’ ό,τι έγινε πού να τον χωρέσει ο τόπος. Τραβούσε προβληματισμένος το ποτήρι του και ζητούσε με κάθε τρόπο ν’ αποδείξει τα κατορθώματά του στον πόλεμο. Ήταν και το οινόπνευμα που του μπέρδευε το μυαλό και δεν τον άφηνε να σκεφτεί. Γύριζε νευρικά το ποτήρι του, το χτυπούσε ελαφρά πάνω στο τραπέζι για ν’ ακούει τον θόρυβο, έξυνε το κεφάλι του, αλλά τίποτα. Λες και το κεφάλι του έμεινε στεγνό από ιδέες. Ώσπου, τον έβγαλε απ’ τ’ αδιέξοδα ο Δημητρός, που γελαστός και με κάποια δόση αμφιβολίας, αν θα τον έπειθε, του πρότεινε:
«Ρε συ», του λέει. «Θέλεις να πιστέψουμε πόσο τολμηρός είσαι; Λοιπόν, μάγκα μου πάρε αυτό το μαχαίρι», και πήρε ένα απ’ το τραπέζι, «και τώρα, αυτήν την ώρα να σηκωθείς και να πας να το καρφώσεις στο μνήμα του μπάρμπα σου του Γιάννη, που πέθανε προχτές και τον θάψατε με κλαρίνα και βιολιά, γιατί έτσι το ήθελε επειδή κι ο ίδιος έπαιζε ούτι».
Και για να διασκεδάσει την κατάσταση συμπλήρωσε με χιούμορ, πράγμα, βέβαια, που έκανε τον Σπασάκο να νευριάσει περισσότερο:
«Τραβούσε κι αυτός καλό μαχαίρι στους καβγάδες του όταν ζούσε στην Προύσα και προτού έρθει εδώ το εικοσιδυό. Μια ζωή στα μπουντρούμια τον είχαν οι ζαπιέδες για τις σκανταλιές του στους τεκέδες με τους ναργιλέδες και τα τσιμπούκια. Αλλά κι εδώ με μαχαίρι περπατούσε. Μόνο που εδώ το είχε για να καθαρίζει μήλα και γκόρτσα!»
Μαζί με την τσατίλα που είχε για όλα αυτά που άκουγε για τον θείο του, πεθαμένο άνθρωπο, νταμπλάς ήρθε του καημένου του Σπασάκο η λύση με το μαχαίρι για ν’ αποδείξει τα όσα έλεγε. Γιατί, ενώ στην αρχή του φάνηκε καλή και βολική, αργότερα, όταν το ξανασκέφτηκε άρχισε να τον πιάνει κρύος ιδρώτας. Δεν είναι εύκολο τέτοιες ώρες και μ΄ αυτόν τον παλιόκαιρο να βρεθείς μόνος σου στο νεκροταφείο, ανάμεσα σε πεθαμένους χωριανούς, που όπως έλεγαν μερικοί απ’ αυτούς στοίχειωσαν κιόλας, επειδή άφησαν τον μάταιο αυτόν κόσμο αδικημένοι και με πονεμένη την καρδούλα τους!
«Τι στο καλό», αναλογίστηκε πολύ στεναχωρημένος, «ήθελα να κάνω συζήτηση για τον πόλεμο με τους Ιταλούς και τώρα η παρέα μου ζητάει να κάνω παράλογα πράγματα! Ο δόλιος, αχ και να ήξερα, φερμουάρ θα είχα στο στόμα μου!»
Και για τον λόγο αυτόν, μέσα στην απορία των συλλογισμών του, πέρασε κι η ιδέα απ’ το κεφάλι του να φωνάξει στην παρέα πως δεν πάει. Ότι αυτό είναι μια τρέλα που του ζητάν να κάνει και δεν έχει κανένα ίχνος λογικής. Έλα, όμως, που έτσι οι άλλοι ευκαιρία γυρεύουν να τον περιγελάσουν και να τον εμπαίξουν. Αύριο θα το πουν και στις γυναίκες τους κι απ’ αυτές θα το μάθει όλο το χωριό. Βούκινο θα γίνει. Δε θα έχει μούτρα να κυκλοφορεί!
Πάνω στη ζοφερή απελπισία του κοίταξε και τον μαγαζάτορα. Ο αφιλότιμος στεκόταν εκεί ακουμπισμένος στον μπάγκο του και με το ένα του το χέρι έστριβε το μουστάκι. Στο μεταξύ έριχνε και μερικές ειρωνικές ματιές πάνω του, καταπίνοντας το σάλιο του. Κατάλαβε τότε ότι στα χαμένα ζητάει βοήθεια απ’ αυτόν. Εξ άλλου τον ήξερε. Ήταν κι ο ίδιος άριστος στα πειράγματα και σ’ αυτού του είδους τα καλαμπούρια. Γι’ αυτό κι ο αδιάντροπος τώρα σήκωνε τους ώμους κι έδειχνε αδιαφορία για τον δικό του τον νταλκά.
Μπροστά γκρεμός και πίσω ρέμα. Κομματιασμένος στα δυο ο Σπασάκος δεν είχε άλλο να διαλέξει παρά να κάνει αυτό που του έλεγαν. Έτσι, ποιος ξέρει από που, άντλησε δυνάμεις και μ’ όση ψυχραιμία μπορούσε να έχει ένας άνθρωπος που δεν ήταν συνηθισμένος σε τέτοια μακάβρια πράματα, φώναξε στη συντροφιά που μαζί με τον καφετζή τον κοίταζε στα μάτια:
«Ναι ρε, δώστε μου το μαχαίρι και σε λίγα λεπτά θα βρίσκομαι έξω απ’ το χωριό και μέσα στα μνήματα. Τι νομίζετε πως φοβάμαι τους πεθαμένους; Ο μπάρμπας μου ο Γιάννης εμένα μ’ αγαπούσε..!»
Και για να δείξει πως το γλεντάει, συμπλήρωσε κι από πάνω:
«Μη σας πω ότι εκεί, αντάμα με τον θείο, θα κάψουμε κι ένα τσιγάρο!»
Σηκώθηκε και ζαλισμένος απ’ το κρασί άρπαξε το μαχαίρι που του άφησαν οι άλλοι στο τραπέζι. Το έβαλε στη μασχάλη του και μ’ οκτάρια απ’ το πιόμα  έψαξε να βρει την πόρτα για να βγει έξω απ’ το μαγαζί. Όταν τη βρήκε την άνοιξε με θόρυβο και μόλις βγήκε την έκλεισε πάλι πίσω του πολύ δυνατά. Καλά που δεν την έσπασε. Την ώρα που περνούσε το κατώφλι της έριξε και μερικές βρισιές στην παρέα, γιατί μ’ αυτόν τον παλιόκαιρο τον υποχρέωνε να περάσει τέτοια ταλαιπωρία στη ζωή του. Οι φίλοι του που άκουσαν ό,τι είπε, αδιάφοροι, έβαλαν τα γέλια και τσούγκρισαν τα ποτήρια πίσω του. 
Ο αέρας έξω μούγκριζε και παγωμένος τον χτυπούσε στα μάγουλα. Ήταν τόσο δυνατός που μερικές στιγμές του έκοβε την αναπνοή και δεν του επέτρεπε να βαδίσει. Όσο τραβούσε προς τα νεκροταφεία, τόσο ένιωθε το κρύο να τρυπάει τη χλαίνη του και να μπαίνει στο κορμί του. Πραγματικό πανδαιμόνιο να κυκλοφορείς τέτοια ώρα στο χωριό και με τέτοιες άγριες καιρικές συνθήκες. Αλλά μέσα στο λιώμα του απ’ το μεθύσι αυτά δεν τα υπολόγιζε. Σκεφτόταν μονάχα ότι μερικοί χωριανοί πλήγωσαν τον εγωισμό του κι ότι αυτό δεν μπορεί να το περάσει στο ντούκου. Πρέπει σώνει και καλά ν’ αποκαταστήσει κάθε λαβωμένη πτυχή της περηφάνιας του, έστω ακόμα κι αν αυτό θα απαιτήσει θυσίες, όπως αυτές που κάνει τώρα. Μόνο μ’ αυτόν τον τρόπο θα ξεπλύνει τη λάσπη που του έριξαν απόψε οι κακές γλώσσες και τον είπαν φοβητσιάρη!
Τέτοια έλεγε και ξανάλεγε από μέσα του ο δύστυχος, ενώ έσπρωχνε τον αέρα να προχωρήσει στον θεοσκότεινο δρόμο αλλά και να κρατηθεί στα πόδια του μη γίνει φτερό που πετάει. 
Και μ’ αυτόν, λοιπόν, τον μονόλογο που έκανε και τον επαναλάμβανε κάθε τόσο μέσα του κόντευε στην εκκλησία και στους τάφους. Είναι αλήθεια, όμως, πως όσο πλησίαζε τον κυρίευε όλο και περισσότερο ο φόβος. Το οινόπνευμα που κυλούσε στις φλέβες του, όσο κι αν του άλλαζε, όπως ήταν φυσικό, τον κόσμο γύρω του και τον έβγαζε έξω απ’ την πραγματικότητα, δεν ήταν τελείως ικανό να τον απαλλάξει κι απ’ την κατάσταση που βίωνε. Τόσα και τόσα ακούγονται και γράφονται κάθε μέρα για πεθαμένους που βγαίνουν έξω απ’ τους τάφους τους και κάνουν σεργιάνι στα νεκροταφεία. Για φαντάσματα που κυνηγάν ανθρώπους και τους φοβερίζουν αλλά και για βρικόλακες που διψάν γι’ ανθρώπινο αίμα. Κι όλα αυτά τα υπερφυσικά όντα μόνο εδώ μπορεί κανένας να τα συναντήσει και να τα βρει, μάλιστα τις νύχτες μ’ αγριεμένο καιρό σαν την αποψινή, που ο τρελός βοριάς όλα τα κάνει να βρίσκονται σε μια μόνιμη κίνηση κ’ έναν ασυνήθιστο τρομαχτικό αναβρασμό. Κοίταξε να δεις τώρα οι σκιές απ’ τα πλατάνια και τα κυπαρίσσια, καθώς ο αέρας λυσσομανάει πάνω τους. Φαίνονται να γίνονται τεράστιοι δράκοι που τον παραμονεύουν έτοιμοι να του επιτεθούν. Γ’ αυτό κι η καρδιά του μέσα στο στήθος, χωρίς αυτός να το θέλει, χτυπάει πολύ δυνατά και σε λίγο αν πάει έτσι θα κινδυνεύσει να σωριαστεί και να πεθάνει αβοήθητος.
Ήδη τώρα μπήκε στον διάδρομο του νεκροταφείου. Τρέμει ολόκληρος και το μαχαίρι που βαστάει στο χέρι δεν μπορεί να το κρατήσει και του πέφτει. Ευτυχώς, όμως, το βρίσκει καθώς σκύβει με κόπο και το αναζητάει στα τυφλά ανάμεσα σε ξεραμένα χόρτα, ξερά κλαδιά και κώνους από κυπαρίσσια. Πολύ ζαλισμένος απ’ το ποτό κι απ’ την ένταση της στιγμής κοιτάζει και γύρω του για να εντοπίσει το μνήμα του θείου του, όπου οι άλλοι του είπαν να καρφώσει το μαχαίρι. Αλλ’ όμως αυτό για τη στιγμή είναι αδύνατον επειδή, τρικλίζοντας πάνω σε πέτρινες ταφόπλακες, σπασμένα καντήλια και πεσμένους μαρμάρινους και σιδερένιους σταυρούς, συνειδητοποιεί ότι βαδίζει προς τη έξοδο του νεκροταφείου και σε μονοπάτια που παν στ’ άλλα χωριά. Οπότε παίρνει την απόφαση να γυρίσει πίσω. Μ’ όσο, βέβαια, μπορούσαν να τον βαστάξουν ακόμα όρθιο τα πόδια κι η ψυχή του.
Τελικά, γυρίζει και το βρίσκει. Βλέπει από μακριά τον ξύλινο σταυρό του να κουνιέται σε κάθε ξέσπασμα του αέρα. Ανατριχιάζει. Του περνάει η ιδέα ότι μπορεί να τον κουνάει από κάτω ο θείος του, ο πεθαμένος. Βλέπει ακόμα να κουνιούνται και τα λίγα πράσινα χειμωνιάτικα χορταράκια, που πρόφτασαν να φυτρώσουν πάνω στο χώμα που τον σκεπάζει και σκέφτεται μήπως τα σπρώχνει κι αυτά ο νεκρός για να βγει και να πεταχτεί ολοζώντανος μπροστά του! 
Γι’ αυτό μ’ όλα αυτά τώρα, τι να κάνει; Να προχωρήσει ή να το βάλει στα πόδια. Και θέλει μόνο δυο-τρία βήματα ακόμα για να φτάσει στις ασβεστωμένες πέτρες που έβαλαν οι συγγενείς του θείου του για να τον ξεχωρίζουν απ’ τους άλλους τάφους που ήταν γύρω! Όμως, παρά την αγωνία δεν κάνει πίσω. Θυμάται τους άλλους στο καφενείο. Ρεντίκολο θα τον κάνουν αν λιποτακτήσει απ’ αυτήν την μάχη που όλοι τους εκεί μέσα του έβαλαν να δώσει, τραβώντας οι ξιπασμένοι δυο ποτηράκια παραπάνω. Γι’ αυτό και με την ψυχή στο στόμα προχωράει κι αν είναι να πάθει καμιά συγκοπή καρδιάς ας γίνει τώρα. Δεν τον νοιάζει.
Και να που επιτέλους φτάνει. Φτάνει και με την ένταση που έχει και τον εφιάλτη που ζει γονατίζει κι είναι έτοιμος να καρφώσει το μαχαίρι πάνω στο χώμα. Έτσι, όπως ακριβώς συμφώνησε με τους άλλους στην παρέα. Και το κάνει! Όταν, όμως, στα γρήγορα προσπαθεί να σηκωθεί και να φύγει για να γλιτώσει μια ώρα αρχύτερα απ’ αυτό το σκληρό μαρτύριο του φόβου αισθάνεται πως κάποιος τον κρατάει απ’ το κάτω μέρος της χοντρής χλαίνης του. Αυτό ήταν! Έμεινε εκεί στον τόπο και δεν επιχείρησε να ξανασηκωθεί, γιατί έχασε τις αισθήσεις του και λιποθύμησε.
Χίλια τόσα στοιχήματα έβαζαν κι επέμεναν γι’ αυτό οι φίλοι του Σπασάκου, που απόψε μέχρι αργά τα μεσάνυχτα τραβούσαν τα ποτηράκια τους στο καφενείο και ξενυχτούσαν. Στοιχήματα ότι αυτός ο χωριανός τους τέτοιες ώρες σε καμιά περίπτωση δε θα έπαιρνε το μαχαίρι για να πάει στα μνήματα. Όχι πως ο άνθρωπος δεν είχε το θάρρος να το κάνει, αλλ’ επειδή πίστευαν ότι, στραβά-κουτσά, στα πειράγματα μεταξύ τους και την ομίχλη του κρασιού, θα καταλάβαινε το παιχνίδι που έπαιζαν μαζί του. Και τέλος πάντων μέσα στις χαζομάρες εκείνης της ώρας ένα αστείο ήθελαν να κάνουν κι ύστερα ο καθένας θα έπαιρνε τον δρόμο για το σπίτι του! Κι έτσι πάλι γι’ απόψε θα έκλεινε η αυλαία του ποτηριού και του δουλέματος με τις καλύτερες αναμνήσεις! 
Άμα, όμως, είδαν ότι αυτός καθόλου δε μυρίστηκε τι σκαρώνουν πίσω απ’ την πλάτη του, τότε με κρυφές ματιές συνεννοήθηκαν να συνεχίσουν την πλάκα. Γι’ αυτό κι όταν ο ίδιος μ’ αρκετό εκνευρισμό σαν τον σίφουνα πετάχτηκε να φύγει από κοντά τους για τα μνήματα τον πήραν από πίσω. Κρυμμένοι εδώ κι εκεί στα δέντρα και στους αυλότοιχους, μέσα στην αναμπουμπούλα και την κοσμοχαλασιά, ακάθεκτο τον έβλεπαν να πηγαίνει στα νεκροταφεία και δεν μπορούσαν να το πιστέψουν. Μέχρι και την τελευταία στιγμή που τον είδαν να μπαίνει στα μνήματα έλεγαν ότι θα τα παρατούσε και θ’ άλλαζε δρόμο για το σπίτι του. Ο άνθρωπος, όμως, δεν το έκανε κι έτσι τον ακολούθησαν ακόμα και μέσα στο νεκροταφείο, αόρατοι εδώ σαν τα ξωτικά, αερικά και φαντάσματα, ακούνητοι και ζαρωμένοι  πίσω απ’ τα ψηλά κυπαρίσσια.
Οπότε κάποτε, περιπλανώμενο και δαρμένο απ’ τον καιρό, βλέπουν τον φίλο και χωριανό τους να γονατίζει και να καρφώνει το μαχαίρι πάνω στο μνήμα του θείου του Γιάννη. Κι ύστερα, ύστερα να σωριάζεται ξερός πάνω σ’ αυτό και να μην κινείται. Έκπληκτοι εκείνη τη στιγμή, όπως και με περιέργεια κι αγωνία για τη ζωή του, άφησαν την κρυψώνα τους κι έτρεξαν κοντά του. Την πρώτη τους έκπληξη ακολούθησε δεύτερη όταν αντιλήφθηκαν ότι λιποθύμησε. Γι’ αυτό κι εκεί προσπάθησαν να τον συνεφέρουν. Μα καθώς τον σήκωναν στα χέρια τους διαπίστωσαν πως το μαχαίρι που του έδωσαν να καρφώσει στο χώμα έπιασε κατά λάθος και την άκρη της χλαίνης του. Ήταν πλέον εύκολο να καταλάβουν την αιτία της λιποθυμίας του. Ο φόβος. Θα νόμισε πως ο θείος του ζωντάνεψε και τον κρατούσε να μη φύγει απ’ το μνήμα.  
Μετά απ’ αυτό πολύ βιαστικά τον πήραν στους ώμους. Ίσως και μετανοιωμένοι για τ’ αστείο τους αλλά και με μια θλίψη στην ψυχή τους για την τροπή  που πήραν τα πράγματα τον έφεραν στο σπίτι του, κοντά στους δικούς του. Μέχρι και τώρα χωρίς τις αισθήσεις του τον ξάπλωσαν σ’ ένα κρεβάτι δίπλα στη σόμπα, που έκαιγε λες και τον περίμενε να έρθει. Στην αρχή, έτσι όπως ήταν, του έδωσαν να πιει νερό για να του περάσει ο φόβος κι ύστερα λίγο τσάι για να ζεσταθεί. Ώσπου μετά απ’ αρκετή ώρα, στο μισοσκόταδο της γκαζόλαμπας, χαρούμενοι τον είδαν ν’ ανοίγει και τα μάτια του και παραξενευμένος να ρωτάει πού βρίσκεται. Ενώ μιλούσε φαινόταν ότι στο πρόσωπό του συνέχιζε να είναι ζωγραφισμένος ο τρόμος!
Όλοι τους, μ’ ένα στόμα και μια φωνή, του είπαν ότι είναι στο σπίτι του μαζί με τους συγγενείς και τους φίλους του. Κουβέντα, όμως, δεν του έκαναν για το νεκροταφείο. Ούτε και για το μαχαίρι που έπιασε τη χλαίνη όταν το έμπηξε στο μνήμα του θείου του!
Κι όλα αυτά σε μια μικρή περιοχή του χάρτη της Ελλάδος μας. Στην όμορφη Δωροθέα της Καρατζόβας με τις αναμνήσεις της και το παρελθόν της! 

Τρύφων Ούρδας

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια

Ad Code